Γνωμάτευση Αλ. Μαρκίδη σε σχέση με την ενοποίηση ΤΕΠ – ΦΠΑ

Με επιστολή σας ημερ. 05.05.2014 μου είχατε ζητήσει να γνωματεύσω κατά πόσο οι πρόνοιες των άρθρων 4 και 5 Νομοσχεδίου που προνοεί για την ενοποίηση του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και την από κοινού μετονομασία τους σε Τμήμα Φορολογίας καθώς και για συναφή θέματα συνάδουν με τις συνταγματικές πρόνοιες για τη δημόσια υπηρεσία και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
Όπως προκύπτει ρητά από το κείμενο του υπό αναφορά Νομοσχεδίου αυτό που επιχειρείται με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι η ενοποίηση των φορολογικών υπηρεσιών (Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας) σε μία υπηρεσία, η οποία θα φέρει την ονομασία Τμήμα Φορολογίας.
Σύμφωνα πάντοτε με το υπό αναφορά Νομοσχέδιο επικεφαλής της νέας αυτής υπηρεσίας θα είναι ο Έφορος Φορολογίας, ο οποίος θα διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, ενώ με βάση το άρθρο 5 του Νομοσχεδίου παρέχεται η δυνατότητα στο Υπουργικό Συμβούλιο να διορίσει μέχρι και 3 Βοηθούς Εφόρους Φορολογίας, αναλόγως των προνοιών του περί Προϋπολογισμού Νόμου. Επομένως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο Έφορος και οι Βοηθοί Έφοροι δεν προΐσταται τμήματος που θα ανήκει αποκλειστικά στη δημόσια υπηρεσία και θα αποτελείται από δημοσίους υπαλλήλους.
Περαιτέρω δεν χωρεί αμφιβολία ότι και η νέα ενιαία υπηρεσία, δηλαδή το Τμήμα Φορολογίας, θα είναι μέρος της Δημόσιας υπηρεσίας. Ούτε και χωρεί αμφιβολία ότι τόσο ο Έφορος Φορολογίας όσο και οι Βοηθοί αυτού θα έχουν ουσιαστικά status δημοσίου υπαλλήλου, εφόσον ο μεν Έφορος θα υπάγεται διοικητικά στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ οι Βοηθοί Έφοροι θα υπάγονται διοικητικά στον Έφορο.
Ενόψει των ανωτέρω και προς διακρίβωση της συνταγματικότητας ή μη των προνοιών των άρθρων 4 και 5 του υπό αναφορά Νομοσχεδίου είναι κρίσιμο να δούμε τι προνοεί το Άρθρο 125.1 του Συντάγματος σε σχέση με τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας.
ΑΡΘΡΟΝ 125.1
«Επιφυλασσομένης πάσης ετέρας εν τω Συντάγματι ρητής διατάξεως περί οιουδήποτε των εν τη παρούση παραγράφω θεμάτων και τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου, η επιτροπή δημοσίας υπηρεσίας οφείλει να κατανέμη τας δημοσίας θέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων και να διορίζη, μονιμοποιή, εντάσση εις την δύναμιν των μονίμων ή των δικαιούχων συντάξεως υπαλλήλων, προάγη, μεταθέτη, καθιστά συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους και να ασκή πειθαρχική εξουσίας επ΄αυτών, περιλαμβανομένων της απολύσεως ή της απαλλαγής από των καθηκόντων αυτών».
Από την πιο πάνω συνταγματική διάταξη προκύπτει σαφώς ότι αποκλειστική αρμοδιότητα για την κατανομή των θέσεων στη δημόσια υπηρεσία μεταξύ των δύο κοινοτήτων και για τον διορισμό, μονιμοποίηση, προαγωγή, μετάθεση, συνταξιοδότηση αλλά και την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας επί των δημοσίων υπαλλήλων και την επιβολή πειθαρχικών ποινών σε αυτούς έχει η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Η ίδια η συνταγματική διάταξη θέτει υπό επιφύλαξη την αρμοδιότητα της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, σε περίπτωση που υπάρχει άλλη ρητή διάταξη στο Σύνταγμα και νοουμένου ότι τηρούνται οι διατάξεις οποιουδήποτε νόμου.
Το Σύνταγμα δεν έχει άλλη ρητή πρόνοια σε σχέση με τη δημόσια υπηρεσία και τους δημοσίους υπαλλήλους. Ο διορισμός δημοσίου υπαλλήλου ανήκει στην δυνάμει του Συντάγματος αποκλειστική εξουσία της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας.
Ενόψει των όσων αναφέρω ανωτέρω έχω αποκλίνει υπέρ της άποψης ότι οι πρόνοιες του υπό αναφορά Νομοσχεδίου οι οποίες απονέμουν την αρμοδιότητα στο Υπουργικό Συμβούλιο να διορίζει και να παύει τον Έφορο Φορολογίας και τους Βοηθούς αυτού, παραβιάζει το Άρθρο 125.1 του Συντάγματος, πιθανότατα δε και την νομολογιακώς καθιερωθείσα αρχή της διακρίσεως μεταξύ πολιτικής και διοικητικής εξουσίας.
Περαιτέρω ακόμα ένα ζήτημα αντισυνταγματικότητας που προκύπτει κατά την άποψή μου από τις πρόνοιες του υπό αναφορά Νομοσχεδίου είναι η πρόνοια του άρθρου 4 (β) του υπό αναφορά Νομοσχεδίου.
Ειδικότερα το άρθρο 4(β) του υπό αναφορά Νομοσχεδίου προνοεί τα ακόλουθα:
«Το Υπουργικό Συμβούλιο δεν διορίζει ως Έφορο Φορολογίας πρόσωπο για το οποίο υφίσταται οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που προβλέπεται στο εδάφιο (12) ή πρόσωπο του οποίου η υπηρεσία σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ή αξίωμα, σε συνυπολογισμό με τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Εφόρου κατά το εδάφιο (3) ή (4), υπερβαίνει τα δέκα έτη:
(ι) θέση Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(ιι) αξίωμα Εφόρου Φόρου Εισοδήματος
(ιιι) αξίωμα του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας».
Η πιο πάνω αναφερόμενη προταθείσα νομοθετική διάταξη αποκλείει από το διορισμό πρόσωπα τα οποία υπηρετούν σε συγκεκριμένες θέσεις και των οποίων αν συνυπολογιστεί ο χρόνος υπηρεσίας τους στις συγκεκριμένες θέσεις μαζί με τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Εφόρου, η οποία είναι πενταετής, η συνολική υπηρεσία υπερβαίνει τα δέκα ε΄τη.
Το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος ορίζει ότι:
«Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως».
Το Άρθρο 28 του Συντάγματος και η προστατευόμενη από αυτό αρχή της ισότητας έχουν τύχει ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικώς παραπέμπουμε στην Α.Ε. 2891 Ανδρέα Σωτηριάδη ν. Παντελή Θεοφυλάκτου και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 56, στην οποία έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:
«Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος έχει τύχει ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας. Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Mikrommatis n. Republic, 2 R.S.C.C. 125).
........
Αυτό που απαγορεύει η συνταγματική αρχή της ισότητας είναι η δημιουργία αυθαίρετων, τυχαίων ή συμπτωματικών διακρίσεων. Ομοίως απαγορεύεται η εξομοίωση, από τον κοινό Νομοθέτη διαφορετικών καταστάσεων, ή η ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται υπό διαφορετικές συνθήκες πραγματικές ή νομικές με βάση όμως τυπικά ή συμπτωματικά κριτήρια. Ως αρχή της ισότητας θεωρούνται μόνο οι προδήλως παραβιάζουσες την αρχή της ισότητας διατάξεις. Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως ακραίων ορίων».
Η αρχή της ισότητας είναι πολύ καλά γνωστή και δεν χρειάζεται περαιτέρω λεπτομερή ανάλυση. Στα πλαίσια της αρχής της ισότητας όλοι οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες να διεκδικούν διορισμό ή προαγωγή σε οποιαδήποτε θέση στη Δημόσια Υπηρεσία, νοουμένου βέβαια ότι κατέχουν τα απαιτούμενα για την συγκεκριμένη θέση προσόντα.
Η συγκεκριμένη διάταξη, η οποία ουσιαστικά προαποκλείει συγκεκριμένα πρόσωπα (ουσιαστικά υπάρχει φωτογράφηση των αποκλειομένων), κατά την γνώμη μου παραβιάζει την αρχή της ισότητας, όπως αυτή προστατεύεται το Άρθρο 28 του Συντάγματος, εφόσον στερεί εκ προοιμίου την ευκαιρία από συγκεκριμένα πρόσωπα να διεκδικήσουν την συγκεκριμένη θέση.
Αλέκος Μαρκίδης
Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε.







