Εξοχικά Διαμερίσματα ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Νηπιαγωγεία ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Εκπτωτικό Σχέδιο Μελών ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Στέγη Συνταξιούχων ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Οι συντάξεις κοινωνικών ασφαλίσεων πέραν των είκοσι χιλιάδων δικαιούχων με υπηρεσία στο Δημόσιο και τον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα μειώθηκαν από το Δεκέμβριο του 2012, σύμφωνα με τον περί Μείωσης των Συντάξεων και των Απολαβών των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου δημόσιου Τομέα Νόμο. Το ύψος της μείωσης κυμαίνεται από 3,8% μέχρι 17,5%, ανάλογα με το προ του φόρου συνολικό ποσό συντάξεων του δικαιούχου (κρατική σύνταξη + σύνταξη κοινωνικών ασφαλίσεων). Το άρθρο 6 του Νόμου προβλέπει ότι «το ποσό που προκύπτει από τη μείωση…καταβάλλεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας….» και όχι στους οικείους εργοδοτικούς οργανισμούς ή τα καταβάλλοντα τη σύνταξη Ταμεία. Πρόκειται στην ουσία για φορολογία. Ο όρος «μείωση» είναι μια πονηρή νομικίστικη επινόηση, το χαλί κάτω από το οποίο καλύφθηκε η φορολόγηση μόνο μιας κατηγορίας πολιτών με κριτήριο τον τομέα απασχόλησης τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η φοροδοτική ικανότητα τους, κατά παράβαση του άρθρου 24(1) του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρει εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων αυτού». Η συνολική ετήσια μείωση των συντάξεων κοινωνικών ασφαλίσεων των επηρεαζόμενων δικαιούχων εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 15 εκ. ευρώ.

 

To Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι ξεχωριστή οικονομική οντότητα, με όλους τους εργαζόμενους να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώματα ανεξάρτητα από επαγγελματική κατάσταση ή τομέα απασχόλησης. Επίσης, η σύνταξη είναι δικαίωμα που θεμελιώνεται με βάση το σύνολο των εισφορών του κάθε ασφαλισμένου και όχι την περίοδο απασχόλησης του με συγκεκριμένο εργοδότη. Πολλοί κρατικοί υπάλληλοι έχουν εισφορές από απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα ή πλήρωσαν εθελοντικές εισφορές μετά την αφυπηρέτηση τους για να καλύψουν κενά μέχρι τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας κοινωνικών ασφαλίσεων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που ακούσαμε κατά καιρούς, ήταν ότι η μείωση των συντάξεων γίνεται λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει το Κράτος ως ο εργοδότης μας. Αν δεχτούμε αυτήν τη λογική, τότε θα έπρεπε να είχε δοθεί το δικαίωμα σε κάθε εργοδότη, του οποίου η επιχείρηση έχει προβλήματα, να ζητεί να του καταβάλλεται μέρος των συντάξεων κοινωνικών ασφαλίσεων πρώην εργοδοτουμένων του!

 

Ο εν προκειμένω Νόμος εντάσσεται στο πλαίσιο των μέτρων που λήφθηκαν για διάσωση της εθνικής οικονομίας από τους κινδύνους της οικονομικής κρίσης και κατά συνέπεια οποιαδήποτε επιβάρυνση για έξοδο από την κρίση αφορά, αλλά και ωφελεί, όλους τους πολίτες. Αυτό επιβάλλει τη συμμετοχή όλων στα προκύπτοντα βάρη, ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα του καθενός. Ο περιορισμός της «μείωσης» συνιστά επίσης άνιση μεταχείριση σε βάρος των επηρεαζόμενων πολιτών, κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος.

 

Εκτός, όμως, από τη νομική πλευρά, υπάρχει και η ηθική πτυχή του θέματος. Τo 2012, παραμονές προεδρικών εκλογών, η τότε Κυβέρνηση και η Βουλή, λαϊκίζουσες και εκμεταλλευόμενες την επικρατούσα προκατάληψη εναντίον όσων απασχολούνται στο δημόσιο (κέρδιζαν ψήφους με την επίθεση εναντίον των δικαιωμάτων των κρατικών υπαλλήλων), κούρεψαν τις συντάξεις κοινωνικών ασφαλίσεων μιας κατηγορίας πολιτών ανεξάρτητα από εισοδηματική κατάσταση. Πόσο δίκαιο είναι π.χ. μια χήρα δημοσίου υπαλλήλου με σύνταξη 700 – 800 ευρώ το μήνα ή ένας συνταξιούχος κρατικός κλητήρας να καλείται να πληρώσει ειδική φορολογία από το πρώτο σεντ της σύνταξης του και να μην ισχύει το ίδιο για συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα με ψηλές συντάξεις και αφορολόγητα εφάπαξ φιλοδωρήματα εκατοντάδων χιλιάδων;

 

Ένα άλλο μέτρο, που αποτελεί επίσης άνιση μεταχείριση σε βάρος των κρατικών υπαλλήλων και συνταξιούχων, είναι η υποχρεωτική εισφορά ύψους 1,5% πάνω στις ακαθάριστες απολαβές και επαγγελματικές συντάξεις τους, που επιβλήθηκε από την 1/8/2013, με βάση τους περί Ιατρικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσιών Γενικούς (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς (Κ.Δ.Π.143/2013).

 

Οι πιο πάνω Κανονισμοί προβλέπουν για την παροχή δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε πολίτες της Δημοκρατίας ή κρατών μελών της ΕΕ, οι οποίοι κατοικούν στην Κύπρο και πληρούν τα ακόλουθα εισοδηματικά κριτήρια: (α) Ετήσιο εισόδημα μέχρι €15.400 προκειμένου για άτομο χωρίς σύζυγο και χωρίς εξαρτώμενους. (β) Ετήσιο εισόδημα €30.750, αυξανόμενο κατά €1.700 για κάθε εξαρτώμενο, προκειμένου για οικογένεια. (γ) Πάθηση από καθορισμένη χρόνια σοβαρή ασθένεια.

 

Η υποχρέωση όσων από τους κρατικούς υπαλλήλους και συνταξιούχους πληρούν τα πιο πάνω κριτήρια να καταβάλλουν εισφορά, για να απολαμβάνουν τις ίδιες παροχές υγείας και έναντι των ίδιων τελών, όπως και οι άλλοι δικαιούχοι, για τους οποίους ισχύουν εισοδηματικά κριτήρια, αποτελεί, ακόμη μια έκδηλη διάκριση σε βάρος τους. Είναι άξιον απορίας πώς τέτοιες ρυθμίσεις πέρασαν απαρατήρητες από τους τεχνοκράτες των αρμόδιων Υπουργείων και τη Νομική Υπηρεσία.

 

Όπως πληροφορούμαι, το Γενικό Λογιστήριο, παρά τη ρητή πρόνοια των Κανονισμών ότι η εισφορά υγείας καταβάλλεται από τους εν ενεργεία και αφυπηρετήσαντες δημοσίους και άλλους κρατικούς υπαλλήλους, αποκόπτει εισφορές και από τις συντάξεις χηρών, που ούτε εν ενεργεία ούτε αφυπηρετήσασες κρατικές υπάλληλοι είναι. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, πρόκειται για άνευ προηγουμένου αυθαιρεσία και βάναυση παραβίαση της αρχής της νομιμότητας.

 

Η συνταγματικότητα των δύο νομοθεσιών θα κριθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο στις εκκρεμούσες προσφυγές. Όμως, είναι καιρός, τόσο το θέμα της μείωσης των συντάξεων κοινωνικών ασφαλίσεων, όσο και το θέμα της εισφοράς υγείας, να εγερθούν και συνδικαλιστικά ως αυθαίρετη διάκριση σε βάρος μιας κατηγορίας εργαζομένων.