Εξοχικά Διαμερίσματα ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Νηπιαγωγεία ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Εκπτωτικό Σχέδιο Μελών ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Grey Terrace - Καφεστιατόριο ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Η EPSU δημοσιοποίησε τα πορίσματα μελέτης του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου (ETUI) για το δικαίωμα σε απεργία στο δημόσιο τομέα σε 41 χώρες (κυρίως Ευρωπαϊκές). Αναφέρουν επίσης και προσφυγές που καταχωρήθηκαν στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας και την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης από τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις της Αρμενίας, του Αζερπαϊτζάν και της Γεωργίας για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Επιτροπή του ΣτΕ γνωμοδότησε ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις τρεις χώρες είναι αντίθετοι με τον κοινωνικό χάρτη που κατοχυρώνει το δικαίωμα σε απεργία στο δημόσιο τομέα. Από τη μελέτη του ETUI δημοσιεύουμε πιο κάτω (σε μετάφραση) το κεφάλαιο περί Κύπρου.

 

Το δικαίωμα σε απεργία των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα στην Κύπρο κατοχυρώνεται από την Κυπριακή νομοθεσία και παράλληλα διασφαλίζεται από σύμφωνα (covenants) των Ηνωμένων Εθνών, Συμβάσεις (conventions) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Σε ότι αφορά τα σύμφωνα των Ηνωμένων Εθνών η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει από τις 2 Απριλίου 1969 το άρθρο 8 του διεθνούς συμφώνου περί οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων (International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights) και το άρθρο 22 του συμφώνου περί πολιτικών δικαιωμάτων (International Covenant on Civil and Political Rights).

 

Κυρώθηκαν επίσης οι συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την Ελευθερία του Συνδικαλίζεσθαι (Convention No.87 concerning Freedom of Association and Protection Right to Organise) και το Δικαίωμα Οργάνωσης και Συλλογικής Διαπραγμάτευσης, (Convention No.98 concerning the Right to Organise and to Bargain Collectively) τη Σύμβαση Αρ. 151 Περί Εργασιακών Σχέσεων στη Δημόσια Υπηρεσία (Labour Relations (Public Service) η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 14.11.1980 και τη Σύμβαση 154 για την Προαγωγή της Συλλογικής Διαπραγμάτευσης, (Convention concerning the Promotion of Collective Bargaining) η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 31.12.1988.

 

Σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο η Κυπριακή Δημοκρατία έχει επίσης κυρώσει το Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το Δικαίωμα του Συνεταιρίζεσθαι και Συλλογικής Οργάνωσης (Article 11 (the right to freedom of assembly and association) of the European Convention of Human Rights) όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 24.5.62, το άρθρο 6(4) του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (European Social Charter (Revised) το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 20.10.67, τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 21.07.2000 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη το οποίο προνοεί Περί Συστήματος Συλλογικών Παραπόνων (Additional Protocol to the European Social Charter Providing for a System of Collective Complaints).

 

Στο εθνικό επίπεδο το δικαίωμα σε απεργία κατοχυρώνεται ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα από το Άρθρο 27(1) το οποίο προνοεί ότι η άσκηση του ρυθμίζεται διά νόμου με μοναδικό σκοπό την κατοχύρωση της ασφάλειας της Δημοκρατίας, ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της διατήρησης των ουσιωδών προμηθειών και υπηρεσιών για τη ζωή των κατοίκων όπως και για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των κατοχυρουμένων από το Σύνταγμα για κάθε πολίτη.

 

Το Άρθρο 27(2) προνοεί ότι δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα σε απεργία για τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων, τα μέλη της αστυνομίας και τα μέλη της χωροφυλακής και προστίθεται ότι δια νόμου η απαγόρευση μπορεί να επεκταθεί και στα μέλη της δημόσιας υπηρεσίας, όμως δεν έχει ψηφισθεί ένας τέτοιος νόμος.

 

Ειδικοί Νόμοι σε εφαρμογή

Οι περί Συντεχνιών Νόμοι όπως έχουν τροποποιηθεί από το 1965 μέχρι το 1996 ειδικότερα το Άρθρο 18 και το Παράρτημα Ι ρυθμίζουν τις πρόνοιες των περί Συντεχνιών Νόμων.

 

Από τους Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμους 1990 – 1996 (Νόμος 1 του 1990) και ειδικότερα από το Άρθρο 63 κατοχυρώνεται για όλους τους υπαλλήλους του δημοσίου η ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι και η απρόσκοπτη άσκηση των συνακόλουθων δικαιωμάτων, από τον Περί Αστυνομίας Νόμο του 2004 (73(Ι)2004) και ειδικότερα τα Άρθρα 55 και 56 και τους Περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμους 1990 μέχρι 2000 (33/1990) και ειδικότερα τα Άρθρα 28Β και 28Δ κατοχυρώνονται τα ίδια δικαιώματα για τα μέλη Αστυνομίας και Στρατού.

 

Συλλογικές συμβάσεις

Στον Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων, ο οποίος δεν αποτελεί νομικώς δεσμευτική συμφωνία και υιοθετήθηκε την 25η Απριλίου 1977 καθορίζονται λεπτομερώς οι διαδικασίες οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται για την επίλυση εργασιακών διαφορών στον ιδιωτικό και τον ημιδημόσιο τομέα.

 

Η Συμφωνία για τη Διαδικασία Εργασιακών Διαφορών σε Ουσιώδεις Υπηρεσίες της 16ης Μαρτίου 2004 η οποία αποτελεί επέκταση των διαδικασιών που προνοούνται στον Κώδικα επεκτείνεται και σε ουσιώδεις υπηρεσίες στο δημόσιο τομέα με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 2ας Νοεμβρίου 2005.

 

Δεν υπάρχει νομολογία εκτεταμένης κάλυψης λόγω των αρχών αυτονομίας και εθελοντικής δράσης που διέπουν τις το σύστημα εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο.

 

Δικαίωμα κήρυξης απεργίας

Σύμφωνα με τους Περί Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Νόμους 1965 μέχρι 1996 η απόφαση για κήρυξη απεργίας τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα πρέπει να προσυπογράφεται από την εκτελεστική επιτροπή της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αποφασίζουν για κήρυξη απεργίας με μυστική ψηφοφορία και κανονικά η απόφαση πρέπει να εγκρίνεται από τη Συντεχνία των Δημοσίων Υπαλλήλων.

 

Η έγκριση αυτή είναι απαραίτητη επειδή οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τείνουν να διαθέτουν αριθμό συναφών κλάδων, και επειδή μια απεργία σε ένα από τους κλάδους δυνατόν να οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων με άλλους κλάδους. Γι' αυτό όταν ένας κλάδος σε μια συντεχνία αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία κήρυξη απεργίας, η εκτελεστική επιτροπή οφείλει να εξετάσει αν μια τέτοια δράση είναι προς όφελος του συνόλου της συντεχνίας και ως εκ τούτου ο νόμος απαιτεί έγκριση της δράσης από την εκτελεστική επιτροπή.

 

Ερμηνεία της απεργίας

Δεν υπάρχει στη νομοθεσία ούτε και στον Κώδικα Εργατικών Σχέσεων ερμηνεία της συλλογικής δράσης. Και κατ’ ακολουθίαν δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια για παράδειγμα για δράση αλληλεγγύης, για συνακόλουθη δράση ή για δράση συμπαθείας, για προειδοποιητική απεργία, καθιστική εκδήλωση, βραδυπορία εργασίας, συνακόλουθες απεργίες, εργασία σύμφωνη με τους ισχύοντες όρους (work-to-rule) κ.α. Σύμφωνα με τη νομολογία η απεργία είναι η συλλογική στάση εργασίας από τους εργοδοτούμενους με στόχο την άσκηση πίεσης στον εργοδότη ως μέσο για εξασφάλιση βελτίωσης στους όρους εργασίας ή απλά για προάσπιση της υπάρχουσας κατάστασης, ιδιαίτερα με στόχο την προστασία και προαγωγή των συλλογικών εργασιακών συμφερόντων. Συνακόλουθα το δικαίωμα σε απεργία επαφίεται σε άτομα ευρισκόμενα σε ανεξάρτητη σχέση εργοδότησης.

 

Ουσιαστικά οι λόγοι για απεργία πρέπει να είναι σύμφωνοι με τη λογική και να αποσκοπούν ή να προάγουν σε ρύθμιση εργατικής διαφοράς η οποία δεν είναι δυνατό να επιλυθεί με τους μηχανισμούς του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων και την εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων. Ο όρος «εργατική διαφορά» ερμηνεύεται ως «οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων, ή μεταξύ εργαζομένων και εργαζομένων, σε διασύνδεση με απασχόληση ή μη απασχόληση, ή τους όρους απασχόλησης, ή με τις συνθήκες εργασίας οποιουδήποτε ατόμου.

 

Οι νομικοί υποστηρίζουν ότι αυτή η ερμηνεία δεν καλύπτει καθιστικές ή επιβραδυντικές (λευκές) απεργίες, την άρνηση για εκτέλεση καθηκόντων ή άνευ προειδοποίησης απεργίες (wildcat strikes). Παρομοίως οι καθαρά πολιτικές απεργίες είναι παράνομες. Αντίθετα όμως στην Κύπρο μπορούν να πραγματοποιούνται απεργίες για εφαρμογή υφιστάμενων κανόνων (work-to-rule) όπως και προειδοποιητικές απεργίες (warning strikes).

 

Πέραν τούτου πραγματοποιούνται ακαδημαϊκές συζητήσεις για τη νομιμότητα της απεργίας αλληλεγγύης (solidarity strike). Νομικοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι η ερμηνεία εργασιακής διαφοράς όπως προνοείται στο Άρθρο 2 του Περί Συντεχνιών Νόμου αυστηρώς ερμηνεύεται ως διαφορά μεταξύ του εργοδοτουμένων και του άμεσου εργοδότη τους. Ως γεγονός στο Άρθρο 2 του Νόμου Περί Τερματισμού Απασχόλησης (Αρ.24/1967) προνοείται μια αυστηρά διαφορετική ερμηνεία των εργατικών διαφορών στην οποία διαλαμβάνεται ευρύτερη κάλυψη ώστε να καλύπτονται και περιπτώσεις που αφορούν εργαζόμενους οι οποίοι δεν εργοδοτούνται από τον εργοδότη ο οποίος εμπλέκεται στη διαφορά.

 

Όμως αυτό αναφέρεται μόνο σε ζητήματα που καλύπτονται από το Νόμο Αρ. 24/1967. Άλλοι νομικοί είναι της άποψης ότι η αναφορά σε «σε οποιαδήποτε διαφορά σχετιζόμενη με τους όρους εργοδότησης οποιουδήποτε προσώπου η οποία περιλαμβάνεται στο Άρθρο 2 του Περί Συντεχνιών Νόμου, υποδεικνύει ευρύτερη ερμηνεία του όρου «εργατική διαφορά». Οπωσδήποτε η νομιμότητα μιας τέτοιας απεργίας εξαρτάται από το εάν αποτέλεσμα της κύριας απεργίας θα έχει άμεση επίδραση στην οικονομική πτυχή ή τα συμφέρονται απασχόλησης των απεργούντων για αλληλεγγύη.

 

Η ειρηνική χρήση πίκετ επιτρέπεται όμως μόνο στο χώρο ή πλησίον του χώρου των οικημάτων του εργοδότη.

 

Το Σύνταγμα δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε σαφή αναφορά στην ανταπεργία (lockout). Όμως ο Κώδικας Εργασιακών Σχέσεων αναφέρεται σε διαφορές στις οποίες το επηρεαζόμενο μέρος μπορεί να προσφύγει σε απεργία ή σε ανταπεργία για προστασία των συμφερόντων του, όμως επίσης αναφέρει ότι απαγορεύονται οι απεργίες και οι ανταπεργίες οι οποίες αφορούν διαφορές σε δικαιώματα. Απεργίες επιτρέπονται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ο εργοδότης κατάφωρα παραβιάζει τις πρόνοιες υφιστάμενης σύμβασης ή πρακτικής.

 

Συμμετέχοντες σε απεργία

Γενική αρχή: το δικαίωμα σε απεργία δεν περιορίζεται σε συντεχνίες αλλά είναι δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι οι εργαζόμενοι, είτε είναι οργανωμένοι σε συντεχνία είτε όχι.

 

Ειδικές περιπτώσεις

Ουσιώδεις υπηρεσίες: ο Κώδικας Εργασιακών Σχέσεων δεν απαγορεύει τις απεργίες σε ουσιώδεις υπηρεσίες και «ουσιώδεις υπηρεσίες» είναι όλες οι υπηρεσίες και δραστηριότητες οι οποίες είναι απαραίτητες για να διασφαλίζεται:

Η συνεχής προμήθεια ηλεκτρισμού

• Η υδατοπρομήθεια

• Η λειτουργία τηλεπικοινωνιών

• Η ασφαλής λειτουργία αεροπορικών μεταφορών και ο έλεγχος των αεροπορικών μεταφορών

• Η λειτουργία των νοσοκομείων

• Η λειτουργία των φυλακών

• Η επισκευή ή συντήρηση του εξοπλισμού και των ηλεκτρομηχανικών εγκαταστάσεων της Εθνικής Φρουράς και της αστυνομίας, περιλαμβανομένης και της πυροσβεστικής, και

• Η ασφαλής λειτουργία της ναυτιλιακής διακίνησης.