Εξοχικά Διαμερίσματα ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Νηπιαγωγεία ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Εκπτωτικό Σχέδιο Μελών ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Grey Terrace - Καφεστιατόριο ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι αναμέναμε με αγωνία τις αποφάσεις της ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις εφέσεις κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου σε αριθμό υποθέσεων, οι οποίες αφορούσαν τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, τον τερματισμό προσαυξήσεων και τιμαριθμικού επιδόματος με σειρά νομοθεσιών, αρχικών και τροποποιήσεων.

 

Στις 10 Απριλίου 2020 δόθηκαν οι αποφάσεις. Αναμένετο ότι δεν θα ήταν ομόφωνες.

 

Έχω μελετήσει όλες τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις της πλειοψηφίας στηρίζονται σε εμφανή βασικά λάθη. Έχουν σχέση με τη σημασία των Νόμων, του «πυρήνα» των εισοδημάτων, την έννοια του μισθού και του ύψους του, τις συντάξεις, το τιμαριθμικό επίδομα και τις προσαυξήσεις.

 

Η απόφαση του Ναθαναήλ δίδει σαφείς και καθαρές απαντήσεις στις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Θα δώσω μια περιεκτική σύνοψη της απόφασης Ναθαναήλ και μετά τις δικές μου θέσεις. Πάντοτε πίστευα ότι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να φθάνουν στο λαό, ιδιαίτερα σημαντικές αποφάσεις που αφορούν το κοινωνικό σύνολο. Ακόμη μια φορά με τις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποδείχτηκε το μέγα κενόν της ανυπαρξίας τριτοβάθμιας δικαστικής εξουσίας.

 

Μια περιεκτική σύνοψη της απόφασης του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ναθαναήλ:

Ο Δικαστής αναφέρεται στους υπό αμφισβήτηση Νόμους 168(1)2012 (περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων Αξιωματούχων Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα) και στο Νόμο αριθμός 218(1)2012 (Περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής). Με τους Νόμους αυτούς η Εκτελεστική Εξουσία και η Βουλή μείωσαν τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και επέφεραν διαφοροποιήσεις των συντάξεων, προσαυξήσεων και τιμαριθμικών ωφελημάτων.

 

Οι εφεσίβλητοι αμφισβήτησαν τη νομιμότητα των αποκοπών και το Διοικητικό Δικαστήριο τους δικαίωσε.

 

Το Άρθρο 23 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα

στην απόκτηση και τη διατήρηση της ατομικής περιουσίας

Επίκεντρο των Εφέσεων το Άρθρο 23

Οι κρινόμενες εφέσεις έχουν ως επίκεντρο το Άρθρο 23 του Συντάγματος, στις παραμέτρους, εμβέλεια και προεκτάσεις του.

 

Το θεσμικό δικαίωμα περιουσίας εμποτίστηκε από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η εξέταση συνταγματικότητας συγκεκριμένου νόμου δεν τίθεται ποτέ in abstracto. Συνδέεται με τις πρόνοιες του Συντάγματος, τις οποίες ο αμφισβητών τη συνταγματικότητα τους θέτει προς εξέταση ως μη συνάδουσες ή μη συμβατές με το καθ’ αυτό νομοθέτημα, είτε εν όλω είτε εν μέρει.

 

Συνταγματική εξέταση δεν είναι πλήρης, ιδιαίτερα όταν τα νομοθετήματα είναι μείζονος σημασίας, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν ορισμένες βασικές αρχές, οι οποίες στην πορεία εξελίχθηκαν και διέπουν το σύγχρονο κράτος.

 

Ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου τέθηκε ως καθοριστικής σημασίας το δημόσιο συμφέρον. Σε συνάρτηση με αυτό, ως δευτερεύον αλλά σημαίνον ζήτημα τέθηκε (όχι ευθέως στο Διοικητικό Δικαστήριο) προς εξέταση, ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος προστασίας της περιουσίας.

 

Στη συνέχεια, ο Ναθαναήλ αναφέρθηκε στις αρχές του Δικαστικού αυτοπεριορισμού, οι οποίες αναδείχθηκαν σε σειρά αποφάσεων διακεκριμένων Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και που υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου: -The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v Kyriakides (1966) 3 C.L.R. 640. Οι αρχές: Νομοθέτημα δεν κηρύσσεται άκυρο εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή όταν κρίνεται αντισυνταγματικό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τα Δικαστήρια δεν ασχολούνται με τη σοφία του Νομοθετήματος. Τα Δικαστήρια προσπαθούν να ερμηνεύσουν το νομοθέτημα με τρόπο που είναι δυνατό να το εντάξουν στις πρόνοιες του Συντάγματος.

 

Ο Ναθαναήλ εξηγεί στη συνέχεια γιατί το Άρθρο 23, στο οποίο η Δημοκρατία εστίασε την επιχειρηματολογία της, παρόλο που στο νομοθέτημα 168(Ι)2012 με το οποίο μειώθηκαν οι απολαβές και οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων δεν γίνεται καμιά επίκληση σε οποιοδήποτε Άρθρο του Συντάγματος ή σε εξαίρεση που προνοείται από κάποιο Άρθρο.

 

Αν ο νομοθέτης ήθελε να εστιάσει την προσοχή του σε συγκεκριμένη εξαίρεση του Άρθρου 23 του Συντάγματος, θα έπρεπε να το έπραττε ώστε η αμφισβήτηση της επίκλησης της εξαίρεσης από τους προσφεύγοντες να είχε στόχο αυτή την εξαίρεση. Μάλιστα σε περιόδους κρίσης, που ο νομοθέτηση εισάγει μέτρα ρύθμισης και αντιμετώπισής της, τα οποία επηρεάζουν ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα, πρέπει να τα εντάξει σε ορθό και σαφές συνταγματικό πλαίσιο.

 

Ο δημόσιος υπάλληλος κατέχει δημόσια θέση/αξίωμα, σύμφωνα με το Άρθρο 122 του Συντάγματος.

 

Οι απολαβές του είναι αναφαίρετο δικαίωμα:

 

Απόφαση Ολομέλειας Πατσαλοσαββής – Λεόντιος και Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 70. Μισθός/Απολαβές του αποτελούν παρακολούθημα της ιδιότητάς του, σύμφωνα με αποφάσεις Ελληνικών Δικαστηρίων: Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, Απόφαση 94/2011, Απόφαση Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης 720/2010, Απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αρ. 1943/2011 και άλλες.

 

Ως απόρροια των πιο πάνω διατυπωθεισών αρχών και θέσεων προκύπτει ο έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων που επέλεξε ο νομοθέτης με στόχο τους δημόσιους υπαλλήλους, για να διορθώσει τα δημόσια οικονομικά εξαιρώντας τους υπαλλήλους της Κεντρικής Τράπεζας (άρθρο 10 του Νόμου 168(Ι)2012). Το θέμα αυτό είναι καίριο, αφορά ευθέως την αιτιολογία στη θέσπιση των νομοθεσιών. Είναι γι’ αυτό το λόγο που το θέμα απασχόλησε την Ολομέλεια στη Χαραλάμπους και Δημοκρατία, εφόσον οι προσφεύγοντες είχαν θέσει την παραβίαση της αρχής της ισότητας, του Άρθρου 28 του Συντάγματος, με ιδιαίτερη αναφορά και στην παραβίαση της φορολογικής ισότητας (Άρθρο 24 του Συντάγματος).

 

Η πλειοψηφία στη Χαραλάμπους απέρριψε το επιχείρημα ότι η επιλογή του Κράτους της συγκεκριμένης πολιτικής σε σχέση με το κρατικό μισθολόγιο, εντασσόταν στην ευρεία ευχέρεια που έχει διαχειριζόμενο τα δημόσια οικονομικά και έκρινε ότι παραβίαζε την αρχή της ισότητας όπως ήταν το νομοθέτημα.

 

Η Ολομέλεια τόνισε ότι η ευχέρεια του νομοθέτη μπορεί να είναι ευρεία, όχι όμως απεριόριστη. Κατά πόσο μια πρόνοια παραβιάζει την αρχή της ισότητας εξετάζεται με γνώμονα την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο το βάρος που εναποτίθεται σε μια μόνο ομάδα εξαιρώντας μια άλλη που είναι στην ίδια θέση είναι αυθαίρετη και χωρίς γνήσιο λόγο: Matsis v Republic (1969) 3 C.L.R. 245.

 

Η ουσία των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας είναι ότι ο δημόσιος υπάλληλος δεν έχει δικαίωμα στο ύψος των μισθών και επομένως επιτρέπεται μεταβολή ή περιορισμός της μηνιαίας απόδοσης για την εργασία του, εφόσον ο πυρήνας του δικαιώματος δεν πλήττεται.

 

Ο Ναθαναήλ θεώρησε αναγκαίο κάτω από τις περιστάσεις να εξεταστούν οι δύο αποφάσεις Χαραλάμπους και Κουτσελίνη-Ιωαννίδου με κάποια λεπτομέρεια. Η Χαραλάμπους αφορούσε την έκτακτη εισφορά στους αξιωματούχους, εργοδοτουμένους και συνταξιούχους της Κρατικής Υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα στη βάση του Νόμου 112(1)2011. Ο Νόμος επέτρεπε τη μηνιαία αποκοπή από τις ακαθάριστες απολαβές τους και τις συντάξεις τους, στη βάση κλιμακωτής εισφοράς που άρχιζε από το 1½% και έφθανε στο 3½%, ανάλογα με το ύψος των απολαβών και των συντάξεών τους.

 

Και οι δύο αποφάσεις απασχόλησαν την πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Και οι δύο είχαν πλειοψηφικό αποτέλεσμα.

 

Ως προς την ισχύ και την ακολουθία τους εγείρονται ερωτήματα.

 

Τονίζεται ότι η Δημοκρατία δεν κάλεσε το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι η Κουτσελίνη-Ιωαννίδου – μεταγενέστερη της Χαραλάμπους – είναι λανθασμένη. Ούτε κάλεσε την Ολομέλεια να αποκλίνει από αυτήν. Μερικοί από τους προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η Χαραλάμπους παροπλίσθηκε από την Κουτσελίνη-Ιωαννίδου.

 

Με βάση την πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου εάν διαπιστωθεί ότι διαφέρουν, η τελευταία θα πρέπει να ακολουθηθεί. Κοινή θέση των διαδίκων είναι ότι ο μισθός και οι συντάξεις είναι περιουσιακό δικαίωμα που προστατεύονται συνταγματικά (Άρθρο 23). Δείτε Πατσαλοσαββή – Λεοντίου και Δημοκρατία (1997) 70 3 Α.Α.Δ. και Παύλου και Δημοκρατία (2010) 3 Α.Α.Δ. 241, ΑΗΚ και Φιλιαστίδη (2003) 3 Α.Α.Δ. 342, Φιλίππου ν Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 241, Αποστολάκης ν Ελλάδας, Υπόθεση αριθμός 39574/07, 22.10.2009. Η Azinas and Cyprus Αίτηση αριθμός 58679/00 28.4.2004, Ολομέλεια ΕΔΑΔ δίνει το στίγμα ότι οι δεδουλευμένοι μισθοί δημοσίων υπαλλήλων ανακτώνται ως αποκρυσταλλωθέν περιουσιακό.

 

Η δεύτερη κοινή θέση των διαδίκων είναι ότι το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει αυξημένη προστασία στον πολίτη απ’ ότι το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ισχύει στη Δημοκρατία δυνάμει του Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δια την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου 39/62. Αυτό αναγνωρίστηκε σε διάφορες αποφάσεις και στην ίδια τη Χαραλάμπους.

 

Ο Ναθαναήλ με αναφορά στο Πρώτο Πρωτόκολλο και στο Άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 53) και σε σχετικές αποφάσεις, κατέληξε ότι το περιουσιακό δικαίωμα στο μισθό τυγχάνει αυξημένης προστασίας από το Άρθρο 23 έναντι του Πρώτου Πρωτοκόλλου και κατά νομική και λογική συνέπεια το δικαίωμα δεν μπορεί να περιοριστεί για λόγους δημόσιας ωφελείας εφόσον δεν περιλαμβάνεται τέτοια εξαίρεση στο Άρθρο 23 του Συντάγματος.

 

Συνοπτικά αναφέρω, το συλλογισμό του Ναθαναήλ για την πιο πάνω κατάληξή του:

 

Μεταξύ του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του  Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου υπάρχει σημαντική διαφορά. Στη βάση του Πρωτοκόλλου τα περιουσιακά δικαιώματα δύνανται να περιοριστούν για σκοπούς δημόσιας ωφελείας. Το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, νομικά δεσμευτικό δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβόνας το Δεκέμβρη του 2009. Χρήσιμη αναφορά και στα ακόλουθα: Δυνάμει του άρθρου 53 του Χάρτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καμιά διάταξη του «δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα δικαιώματα του Ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται από αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες είναι μέρη η Ένωση ή όλα τα κράτη μέλη και ιδίως από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών μελών (έμφαση από το Ναθαναήλ)».

 

Ο Χάρτης εφαρμόζεται μόνο όταν εμπλέκεται στο ζητούμενο η νομοθεσία της Ένωσης (Wachauf, Υπόθεση 5/88 13.7.1989, Kjell Karlsson & others (-292/97, 13.4.2000 και Akeberk Fransson (617/10).

 

Ο Χάρτης έχει επικουρικό χαρακτήρα και το Άρθρο 17 περιέχει τη δημόσια ωφέλεια ως το μόνο ουσιαστικό λόγο στέρησης της ιδιοκτησίας και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης. Σαφώς προκύπτει ότι το Άρθρο 17 του Χάρτη δεν εισάγεται καν στο πεδίο θεμάτων προς εξέταση, ούτε περιλήφθηκε στους επίδικους Νόμους και ούτε τίθεται θέμα ερμηνείας Ενωσιακού Δικαίου.

 

Από τις πιο πάνω θέσεις απορρέουν τα ακόλουθα:

Το περιουσιακό δικαίωμα στο μισθό τυγχάνει αυξημένης προστασίας έναντι του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Λογικά και νομικά δεν μπορεί να περιοριστεί για λόγους δημόσιας ωφελείας. Τέτοια εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται στο Άρθρο 23. Οι περιορισμοί του Άρθρου 23 είναι συγκεκριμένοι και έναντι αποζημίωσης.

 

Η θεωρία ότι το Άρθρο 23 προστατεύει μόνο τον πυρήνα και όχι το ύψος του μισθού δεν είναι βάσιμη γιατί η δημόσια ωφέλεια δεν περιέχεται στο Άρθρο 23. Η θεωρία περί άθικτου του πυρήνα του μισθού είναι αντιφατική με τις πρόνοιες του Άρθρου 23. Αναγνώριση τέτοιας αρχής σημαίνει προσθήκες στο Άρθρο 23 που συνιστούν παράκαμψη των προνοιών του. Το δικαίωμα αυτό εξυπακούει ότι αυτό θα κρίνεται ανάλογα με το ποσοστό που η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία θα θεωρούν ότι θα πρέπει να αποκοπεί από το μισθό του υπαλλήλου.

 

Ο Ναθαναήλ στο σημείο αυτό τόνισε το γεγονός ότι η Δημοκρατία πρωτοδίκως δεν συζήτησε ευθέως το θέμα «πυρήνα», αλλά από την άποψη «δημόσιας ωφελείας» ή «δημοσίου συμφέροντος» που σύμφωνα με πάγια Νομολογία δεν θα έπρεπε να είναι λόγος έφεσης για συζήτηση και απόφαση. Ο Ναθαναήλ αναφέρει τρεις αποφάσεις. Αναφέρω την τελευταία: Χουλιώτης ν Δημοκρατία 2013 3 Α.Α.Δ. 524.

 

Στη συνέχεια, ο Ναθαναήλ εξετάζει την έννοια του πυρήνα ενός δικαιώματος κάτω από το πρίσμα της υπέρτατης σημασίας που έχει η ανθρώπινη αξία στο σύγχρονο κράτος, κράτος δικαίου, με πρώτιστο στόχο τη χαλύβδωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

 

Κατά μια θεωρία, η δομή του δικαιώματος αποτελείται από δύο μέρη: περιοχή κτήσης του και περιοχή άσκησής του.

 

Η αρχή του περιορισμού του δικαιώματος αρκεί να μη θίγεται η ουσία του, είναι Γερμανικής προέλευσης: Άρθρο 19.2 του Θεμελιώδους Νόμου: Κανένα ατομικό δικαίωμα δεν μπορεί να θιγεί στον πυρήνα του.

 

Αναπτύχθηκαν διάφορες θεωρείς για το τι είναι «πυρήνας».

 

Το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος, ο πυρήνας πρέπει να προσδιορίζεται για κάθε θεμελιώδες δικαίωμα και για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

 

Στη βάση της απόλυτης θέσης, ο πυρήνας είναι ένα σταθερό μέγεθος, ανεξάρτητο από κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

 

Στη λειτουργική έννοια περιέχεται ένας σκληρός πυρήνας που δεν επιδέχεται οποιοδήποτε περιορισμό. Υπάρχει και η θεωρία του καθηγητή Δημητρόπουλου, κατά την οποία πυρήνας είναι η ίδια η κτήση του δικαιώματος, χωρίς την κτήση δεν υπάρχει δικαίωμα (Α. Δημητροπούλου: Συνταγματικά Δικαιώματα» Β΄ Εκδ. Τόμος Γ΄ σελ. 105-112).

 

Το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος είναι απόλυτο, με τις συγκεκριμένες εξαιρέσεις, για τις οποίες ο συντακτικός Νομοθέτης πρόβλεπε και εύλογες αποζημιώσεις για τον επηρεαζόμενο. Οι επίδικοι νόμοι δεν προσφέρουν αποζημίωση για τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεων. Ο περιορισμός μπορεί να επιβληθεί με όρους «απολύτως απαραίτητους για τη δημόσια ασφάλεια, υγεία, τα δημόσια ήθη και χρησιμοποίηση της ιδιοκτησίας για προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας ή προστασία των δικαιωμάτων τρίτων.»

 

Εισάγοντας στο Άρθρο 23 το λεγόμενο «πυρήνα» του δικαιώματος αυτού καθ’ αυτού, οδηγούμεθα στην ακόλουθη νομική ανακολουθία και αντιφατικότητα: Αν ο πυρήνας του κριθεί ότι παραμένει άθικτος τότε ο μισθός ο οποίος αποκρυσταλλώνεται ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα, δεν προστατεύεται καθόλου ή επαρκώς ως περιουσιακό δικαίωμα. Αυτό αντιβαίνει στη σαφή Νομολογία της Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

Τονίζεται η ιδιαιτερότητα του μισθού: Είναι το αντιστάθμισμα για την προσφορά εργασίας. Συνεπώς είναι ένα δυναμικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Η στέρησή του δεν μπορεί να γίνει με χρηματική αποζημίωση, όπως συμβαίνει με την ακίνητη ιδιοκτησία.

 

Οι θέσεις των εφεσειόντων ότι δεν επηρεάστηκε ο πυρήνας αξιοπρεπούς διαβίωσης είναι αδόκιμες στη βάση του ότι εισάγονται λέξεις και έννοιες στο καθαρό κείμενο του άρθρου 23 στη βάση νομοθετημάτων, που όπως ήδη εξηγήθηκε, ουδόλως αιτιολογούν τις αποκοπές, δυνάμει του Άρθρου 23 και δεν μνημονεύουν τη δημόσια ωφέλεια ή το δημόσιο συμφέρον ή το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Αν επιτρεπόταν μείωση του δικαιώματος στην έκταση που αρχίζει ο επηρεασμός του «πυρήνα» χάριν δημόσιας ωφελείας θα έπρεπε να αναζητηθεί αιτιολογία. Οι περιορισμοί του Άρθρου 23 δεν καλύπτουν το ζήτημα.

 

Η θέση ότι δεν κατοχυρώνεται συγκεκριμένο ύψος είναι αντιφατική και στην ουσία εκπαραθυρώνει το ίδιο το δικαίωμα από το Άρθρο 23. Οι αποφάσεις τις οποίες επικαλέσθηκαν οι εφεσείοντες Κουφάκη ν Ελλάδα, αίτηση 57665/12 7.5.2013, και (Kanakis v Geece, Application No 59142/00 20.9.2001, δεν έχουν επίπτωση στα κρινόμενα νομοθετήματα, γιατί οι υποθέσεις αυτές βασίστηκαν στην έννοια της δημόσιας ωφέλειας του Πρώτου Πρωτοκόλλου που δεν απαντάται στο Άρθρο 23 και το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν μνημονεύεται.

 

Το ΕΔΑΔ σε πλήρη Ολομέλεια, στην James v United Kingdom, Application No 8793/79, 21.2.86, ανέφερε ότι τα κράτη-μέλη ως θέμα αρχής είναι σε καλύτερη θέση να εκτιμήσουν το δημόσιο συμφέρον υπό το φως των υπαρχόντων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, τις οποίες όμως το κράτος-μέλος οφείλει να μνημονεύσει για να αιτιολογήσει τα νομοθετήματα. Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, ουδεμία αναφορά σε μελέτες, στοιχεία ή δεδομένα τέθηκε για αιτιολόγηση των επίδικων νομοθεσιών.

 

Ο Ναθαναήλ, στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, η οποία αναπτύχθηκε στη βάση του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου και την έννοια της δημόσιας ωφελείας. Ακόμη και στη βάση του Πρωτοκόλλου η στέρηση της περιουσίας γίνεται «από τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους». Στις επίδικες νομοθεσίες δεν τέθηκαν τέτοιοι όροι ώστε να τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας της καλής πίστης και της απόδοσης εύλογης αποζημίωσης.

 

Ο Ναθαναήλ καταλήγει ότι η απόφαση, η οποία δίδει την ασφαλέστερη καθοδήγηση, είναι η Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α., στην οποία έγινε ευρεία και διεξοδική ανάλυση της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 23.

 

Η θέση των εφεσειόντων ότι διακρίνεται από την Χαραλάμπους γιατί αφορούσε σε συντάξεις δεν είναι ορθή, δεδομένης της καθιερωθείσας νομολογίας ότι και οι δύο μισθοί και συντάξεις προστατεύονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Η Κουτσελίνη-Ιωαννίδου είναι πλησιέστερη προς τα επίδικα εφόσον και σ’ αυτήν η στέρηση της περιουσίας ήταν ολοκληρωτική. Στη σελίδα 391 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Δεν τίθεται ζήτημα διαφοροποίησης των δύο περιπτώσεων, δηλαδή εκείνων που χάνουν ολότελα τη σύνταξη και εκείνων που τη χάνουν μερικώς, διότι, όπως αναφέραμε, στις παρούσες υποθέσεις, υπάρχει ανεπίτρεπτος περιορισμός ή στέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των αιτητών. Ούτε και τίθεται ζήτημα στάθμισης του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας, από τη μια, και του ατομικού δικαιώματος ιδιοκτησίας των αιτητών, από την άλλη, διότι, όπως παρατηρήσαμε, το Άρθρο 23 του Συντάγματος μας δεν περιλαμβάνει το γενικό συμφέρον της κοινωνίας ή το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια, γενικά, ως λόγο για τον οποίο ο νομοθέτης μπορεί να στερήσει ή να περιορίσει δικαίωμα ιδιοκτησίας».

 

Η Χαραλάμπους διαφοροποιείται και στα εξής: Πρόκειται για έκτακτο μέτρο μικρής χρονικής έκτασης. Προσεκτική μελέτη της δείχνει ότι η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποδέχθηκε ότι ο μισθός εμπίπτει στο άρθρο 23, απορρίπτοντας την αντίθετη εισήγηση της Δημοκρατίας. Επίσης, η επιβληθείσα έκτακτη εισφορά δεν μπορούσε να συνδεθεί με τους λόγους δημόσιας ωφελείας, εφόσον το Άρθρο 23.3 συνδέει την προαγωγή της με άλλες παραμέτρους που δεν ίσχυαν στη Χαραλάμπους (σελ. 215-216). Όπως εξηγήθηκε από τον Ναθαναήλ πιο πάνω δεν τίθεται θέμα συζήτησης «ύψους» του δικαιώματος ενώ το «ουσιώδες» της μείωσης δεν υπεισέρχεται στην εικόνα εφόσον αυτό συνδέεται με αποζημίωση που πρέπει να αποφασιστεί από πολιτικό Δικαστήριο.

 

Ο Ναθαναήλ υποστήριξε ότι η Χαραλάμπους αποφασίστηκε στη βάση λανθασμένης αρχής δικαίου και θα δικαιολογείτο απόκλιση σύμφωνα με τις καθιερωθείσες αρχές της ακολουθίας του Δικαστικού προηγουμένου, όπως επεξηγήθηκαν μεταξύ άλλων και στη Γουότς κ.α. και Λαούρη κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1401. Όπως όμως ειπώθηκε δεν έχει ζητηθεί απόκλιση αλλά εφαρμογή της έναντι της Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α., λανθασμένα όμως εφόσον η Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α. είναι μεταγενέστερη της Χαραλάμπους και έγινε σ’ αυτήν διεξοδική και αναλυτική επεξήγηση της έννοιας και εμβέλειας του Άρθρου 23. Η διαφοροποίηση εστιάζει στη διαφορετικότητα του μισθού από τις συντάξεις, η οποία όμως δεν μπορεί να υφίσταται βάσιμα εκ της φύσεως των δύο δικαιωμάτων και των δύο προστατευόμενων από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Εφόσον ο δημόσιος υπάλληλος εξακολουθεί να εργάζεται, ο μισθός αποκρυσταλλώνεται κατά μήνα. Το γεγονός ότι εισπράττεται στο τέλος κάθε μήνα δεν τον καθιστά μη αποκρυσταλλωθέντα. Η αρχή της χρηστής διοίκησης επιβάλλει όπως από τη στιγμή που ο Νόμος κρίνεται αντισυνταγματικός δεν χρειάζεται κατά μήνα ατομική προσφυγή.

 

Προσαυξήσεις και Α.Τ.Α.

Στη βάση των επίδικων Νομοθεσιών, οι μισθοί παρέμειναν στάσιμοι χωρίς προσαυξήσεις, όπως ήταν στις 31.12.2011. Το ίδιο και με την Α.Τ.Α., που παρέμεινε ως είχε στις 31.12.2011.

 

Με βάση τη Νομοθεσία, οι απολαβές περιέχουν τις προσαυξήσεις και το τιμαριθμικό. Στην έννοια του όρου μισθός περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός και οι προσαυξήσεις, ενώ το τιμαριθμικό είναι οικονομικό συμπλήρωμα του μισθού και της σύνταξης. Χωρίς αυτό οι παροχές θα ήταν ανεπαρκείς για την επιτέλεση του κατά το Σύνταγμα και τη Νομοθεσία (Δείτε ακολουθούμενη θέση στην Ελλάδα Σύγγραμμα Τάχου – Συμεωνίδη «Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, 2η Έκδοση Τόμος Α, σελίδες 461-462).

 

Αν ο νομοθέτης δεν θεωρούσε τις προσαυξήσεις και το τιμαριθμικό ως απολαβές, δεν θα τις καταργούσε.

 

           

ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΑΠΟΨΕΙΣ

Είμαι βέβαιος ότι θέμα «πυρήνα» μισθών και συντάξεων δεν τέθηκε ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής. Ούτε τέτοιο θέμα συζητήθηκε στη Βουλή. Πιστεύω ότι ούτε το Άρθρο 23 του Συντάγματος συζητήθηκε στη Βουλή. Απουσιάζουν και τα δύο από το Νόμο 168(Ι)2012 και από τους σχετικούς με το θέμα Νόμους.

 

Έχω την άποψη ότι ένας πρέπει να εκφράζει αυτό που πιστεύει και νιώθει χωρίς ενδοιασμούς και φόβο. Κράτος, Βουλή και Ανώτατο – η πλειοψηφία – βίασαν το Άρθρο 23 του Συντάγματος, τη θεμελιακή αρχή ότι μισθοί και συντάξεις είναι το ατομικό δικαίωμα προστατευόμενο από το Άρθρο 23 και τη σχετική Ευρωπαϊκή και τη δική μας Νομολογία.

 

Ο «πυρήνας» είναι κατά τη γνώμη μου ένα εκ των υστέρων επινόημα, εφεύρημα, άσχετο με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, το περιεχόμενο του οποίου είναι σαφές, σε αντίθεση με τον «πυρήνα», ο οποίος από τη φύση του είναι ανερμήνευτος, αδιασαφήνευτος.

 

Αυθαίρετες είναι οι μειώσεις των μισθών και των συντάξεων. Και το ερώτημα που λογικά τίθεται είναι: Ποιο είναι το ύψος το οποίο δεν κατοχυρώνεται; Αυτό που αφαιρείται από το μισθό και τη σύνταξη κάθε φορά που το Κράτος αποφασίζει να αφαιρέσει από τους μισθούς και τις συντάξεις. Και ένα άλλο ερώτημα: Ποιος είναι ο πυρήνας ενός εκάστου υπαλλήλου και συνταξιούχου; Αυτό που μένει από το μισθό και τη σύνταξη όταν το Κράτος αφαιρέσει αυθαίρετα αυτό που αποφασίζει για να σώσει την οικονομία.

 

Το Κράτος αυθαίρετα ματαίωσε τη νόμιμη προσδοκία όλων των εφεσίβλητων να αποκτήσουν τις προσαυξήσεις. Αυθαίρετα έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι στερούντο επάρκειας επιμέλειας και αφοσίωσης στα καθήκοντά τους. Το μόνο που απέμεινε ήταν η απόλυσή τους. Το Κράτος αυθαίρετα κατάργησε τιμαριθμικούς δείκτες και το τιμαριθμικό επίδομα. Κατάργησε το αναφαίρετο δικαίωμα του εργαζόμενου να λάβει την ανάλογη αύξηση του εισοδήματος του όταν το κόστος της ζωής αυξάνεται. Κατάργησε την απαραίτητη πτυχή της δικής του εισοδηματικής πολιτικής ως σύγχρονου κράτους και δη Ευρωπαϊκού.

 

Παρακαλώ δείτε αποσπάσματα από συγγράμματα έγκριτων οικονομολόγων, Peter Donaldson και Paul Samuelson.

 

Το Κράτος επέδραμε στην ευπρόσιτη και ευαπόκτητη λεία μισθών και συντάξεων σύμφωνα με δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα με διαφορετικές λέξεις αλλά με το ίδιο νόημα.

 

Το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης και της κοινωνικής ασφάλειας εξ ορισμού είναι αυστηρώς ατομικό. Το Άρθρο 9 του Συντάγματος προβλέπει:

 

«Έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας. Ο Νόμος θα προβλέψει περί προστασίας των εργατών, αρωγής προς τους πτωχούς και συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων (Η υπογράμμιση δική μου).

 

Αντίστοιχες διατάξεις υπάρχουν στο Διεθνές Σύμφωνο επί Οικονομικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων και επίσης στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη. Τι αποτελεί αξιοπρεπή διαβίωση δεν καθορίζεται στο Άρθρο αυτό.

 

ΔΕΙΤΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ανδρέα Νικόλα Λοΐζου, πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

«έκαστος»: Ο καθένας χωριστά

 

Δείτε Σύγχρονο Λεξικό της Ελληνικής, Γλωσσικό και Επιστημονικό.

 

The quest for Equity

Our experience is that nearly every government, sooner or later comes round to the view incomes policy represents the only hope of coming to grips with the problem of inflation in modern industrial countries.

 

Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του έγκριτου Οικονομολόγου Peter Donaldson “Economics of the Real World”.

 

Ο τίτλος «Η αναζήτηση Δικαιοσύνης» είναι χαρακτηριστικός της σημασίας που έχει η κυβερνητική πολιτική για την αντιμετώπιση της αύξησης των τιμών και του συνακόλουθου επηρεασμού των εισοδημάτων των εργαζομένων.

 

From Paul Samuelson Book “ECONOMICS – Introductory Analysis:

“A well known College dean used to address the entering class: “Take a good look at the man on your right and the man on your left, because next year one of you won’t be here”.

 

If the future should be like the past, then of any three readers of the book, a similar statement can be made.  There is a strong probability that one, at some period of his life, will be hard hit by a depression or may have his lifetime savings wiped out by price inflation. And all three will find that economic events play a dominant role in their everyday lives.

 

O Paul Samuelson – διακεκριμένος Οικονομολόγος – βραβεύτηκε με το βραβείο Nobel.

 

Του Αντώνη Γεωργιάδη
Είναι Barrister-at-law.


Άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στην Αγγλία και την Κύπρο σε όλες τις βαθμίδες της Δικαιοσύνης πάνω από μισό αιώνα.
Διετέλεσε για επτά χρόνια Ανώτερος Λειτουργός Νομικών Ερευνών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, μέλος των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών και επίσης μέλος της Επιτροπής για τη βελτίωση και ενοποίηση των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων με ποινικό περιεχόμενο.
Δίδαξε νομικά και ελληνική λογοτεχνία σε Κολλέγια και διετέλεσε Εξεταστής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου για το G.C.E. (General Certificate of Education).
Τον Φεβρουάριο του 2014 ο Βασιλιάς της Σουηδίας Carl Custaf τον τίμησε με την απονομή του ΤΙΤΛΟΥ ORDER OF THE POLAR STAR, OFFICER FIRST CLASS, για Ανθρωπιστικές και Νομικές Υπηρεσίες στο Σουηδικό Κράτος, σε Διπλωμάτες, Προξένους και Πρέσβεις και στους Σουηδούς πολίτες.​