Εξοχικά Διαμερίσματα ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Νηπιαγωγεία ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Εκπτωτικό Σχέδιο Μελών ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Στέγη Συνταξιούχων ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Η ανάδειξη του Μπόρις Τζόνσον στην ηγεσία των Συντηρητικών και στην πρωθυπουργία της Μεγάλης Βρετανίας ήρθε να ενισχύσει περαιτέρω το φαινόμενο της ανάδυσης στην εξουσία αμφιλεγόμενων φυσιογνωμιών, με λαϊκιστικά χαρακτηριστικά και αντισυστημικό, αντισυμβατικό προφίλ. Τρία χρόνια μετά το δημοψήφισμα υπέρ του Brexit, το συγκεκριμένο πρότυπο, που αμφισβητεί εκ βάθρων όλες τις αξίες που πρεσβεύει το μεταπολεμικό οικοδόμημα της Δύσης, κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Ο Μπόρις Τζόνσον, άλλωστε, έχει χαρακτηριστεί «Βρετανός Τραμπ» και «Τραμπ με ένα καλύτερο λεξιλόγιο». Ο παραλληλισμός του με τον Αμερικανό πρόεδρο δεν οφείλεται φυσικά στο παραπλήσιο στυλ της κόμμωσής τους αλλά στην πολιτική συμπεριφορά και πρακτική τους: υπερβολική αυτοπροβολή, «ευέλικτη» ρητορική που αδιαφορεί για την πραγματικότητα αν αυτή δεν συμβαδίζει με όσα υποστηρίζουν, επιρρέπεια στις γενικολογίες και στα ψευδή νέα, χαώδης απόσταση από την πολιτική ορθότητα και ένθερμη υποστήριξη του απομονωτισμού.

 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο Τζόνσον δεν θα είχαν κατακτήσει την εξουσία αν δεν υπήρχαν ιδιαίτερες συνθήκες για τον καθένα. Το εκλογικό, δηλαδή, σύστημα των ΗΠΑ, που επιτρέπει, μέσω των εκλεκτόρων, την ανάδειξη προέδρου, ακόμη και αν αυτός έχει ηττηθεί στο επίπεδο της λαϊκής ψήφου, όπως στην περίπτωση του Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον. Λαϊκή ψήφο δεν πήρε ούτε ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος, για να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες του, έπρεπε να προηγηθεί μια καταστροφική θητεία της Τερέζα Μέι και να διεξαχθεί εσωκομματικό δημοψήφισμα, στο οποίο συμμετείχε ένα ελάχιστο ποσοστό του συνόλου των Βρετανών ψηφοφόρων.

 

Ωστόσο, οι εκλογικές νίκες του Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία, του Βίκτορ Ορμπαν στην Ουγγαρία, του Ζαΐρ Μπολσονάρο στη Βραζιλία ή του Κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη στην Πολωνία δείχνουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Οτι, λαμβανομένων πάντα υπ’ όψιν των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν σε κάθε χώρα, η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος αδιαφορεί για τις αξίες που πρεσβεύουν οι πολιτικοί που θέλουν να  κυβερνήσουν. Οι Βραζιλιάνοι ψηφοφόροι, για παράδειγμα, γνώριζαν εκ των προτέρων τις μισογυνικές πεποιθήσεις του Ζαΐρ Μπολσονάρο, αλλά αυτό δεν επηρέασε σε τίποτε την επιλογή τους. Στην Πολωνία, όλοι είναι ενήμεροι των απροκάλυπτων παρεμβάσεων του κυβερνητικού κόμματος στη Δικαιοσύνη και του ασφυκτικού ελέγχου των μέσων ενημέρωσης, τα κριτήρια της εκλογικής συμπεριφοράς τους όμως αποδεικνύεται ότι είναι διαφορετικά.

 

Ολο και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, σε παγκόσμιο επίπεδο, φαίνεται ότι εμφορούνται από ένα μείγμα εθνικισμού και συνωμοσιολογίας, όπου γενικώς και αορίστως για τα πάντα «φταίει το σύστημα» και κάποιες αόρατες σκοτεινές δυνάμεις, από τους σιωνιστές έως τον Σόρος. Για όλο και περισσότερους το προσφυγικό συνιστά αποκλειστικά κίνδυνο «εξισλαμισμού» ή σκοτεινό σχέδιο υφαρπαγής των θέσεων εργασίας των ντόπιων. Συνεχώς αυξάνονται αυτοί που θεωρούν ότι δεν χρειάζεται τόσο πολλή δημοκρατία αλλά περισσότερη «πυγμή» και προτιμούν τη συρρίκνωση του κράτους δικαίου αν πρόκειται να τιμωρηθεί το «διεφθαρμένο σύστημα». Εξάλλου, ο συγκεντρωτισμός και ο απολυταρχισμός, όπως πιστεύουν όλο και περισσότεροι πολίτες, αντιμετωπίζουν καλύτερα τα υπαρκτά προβλήματα της φτώχειας σε σχέση με τη δημοκρατία.

 

Ο κυνισμός, επομένως, δεν περιορίζεται μόνο στις πολιτικές ηγεσίες. Έχει διαχυθεί και στους ψηφοφόρους, που κοιτάζουν αποκλειστικά το προσωπικό τους συμφέρον. Και νοσταλγούν την ασφάλεια που πίστευαν ότι τους προσέφερε το περίκλειστο έθνος πριν από την εποχή της παγκοσμιοποίησης.

 

Κωστής Φαφούτης
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28.07.2019