Εξοχικά Διαμερίσματα ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Νηπιαγωγεία ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Εκπτωτικό Σχέδιο Μελών ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Στέγη Συνταξιούχων ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ.

Περισσότερα »

Το Διοικητικό Δικαστήριο με τρεις αποφάσεις  που εξέδωσε στις 29.03.2019 έκρινε ως αντισυνταγματικές τις διατάξεις που αποτέλεσαν τη δικαιοδοτική βάση για τον περιορισμό της μισθοδοσίας (Νικολαΐδης κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 98/2013 κ.ά), τη μη παραχώρηση προσαυξήσεων και τιμαριθμικών αυξήσεων (Κούνδουρου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 611/2012 κ.ά) και την αποκοπή από τις μηνιαίες απολαβές ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό ίσο με 3% ως εισφορά στο Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάξεων (Φιλίππου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1713/2011 κ.ά.).

 

Το Διοικητικό Δικαστήριο, πριν από την εξέταση των λόγων ακυρώσεως στην Υπόθεση Αρ. 98/2013 κ.ά, εξέτασε τις προδικαστικές ενστάσεις που προέβαλαν οι καθ’ ων η αίτηση και με αναφορά στις αποφάσεις της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Χαραλάμπους κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1480/2011 κ.ά., ημερ. 11.06.2014, Κουτσελίνη v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 740/2011 κ.ά., ημερ. 07.10.2014 και Κουσελίνης Δημήτρης κ.ά v. Κεντρικής Τράπεζας Υπόθεση Αρ. 1551/2011 κ.ά., ημερ. 15.09.2015, τις απέρριψε. Ειδικότερα ηγέρθησαν ενστάσεις ως προς την εκτελεστότητα των προσβαλλόμενων πράξεων και το εμπρόθεσμο της καταχώρισης των υπό εκδίκαση προσφυγών.

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη ως προς τα προδικαστικά ζητήματα και ως προς το αποτέλεσμα. Ως προς το σκεπτικό οι απόψεις της Δικαστού Ε. Μιχαήλ διαφέρουν. Σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας (Α. Ευσταθίου – Νικολετοπούλου και Γ. Σεραφείμ) οι μειώσεις απολαβών είναι αντίθετες με το άρθρο 23 του Συντάγματος, που αφορά στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αφού οι αιτητές υποστήριξαν στο Δικαστήριο και δικαιώθηκαν ότι οι απολαβές αποτελούν περιουσιακό στοιχείο. Ειδικότερα τόνισε τα ακόλουθα:

 

«Στις υπό εξέταση προσφυγές και όπως αναφέρεται στο προοίμιο του Νόμου, κατέστη αναγκαίο όπως περιορισθούν οι δαπάνες του δημοσίου τομέα και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών, επειδή η Δημοκρατία διέρχεται δύσκολη οικονομική περίοδο και προς αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης. Έγινε, δηλαδή, κατ' ουσία επίκληση λόγων δημόσιας ωφέλειας και δημοσίου συμφέροντος, ως λόγων περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας των αιτητών, όπως είναι ο μισθός τους.

 

Όπως, όμως, έχει διευκρινιστεί στην πρόσφατη επί του θέματος απόφαση (πλειοψηφίας) της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό πλήρη σύνθεση στην Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου (ανωτέρω), το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας ή δημοσίου συμφέροντος και παρέχει, έτσι, μεγαλύτερη προστασία από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, αντίθετα, επιτρέπει ένα τέτοιο περιορισμό.

 

Και δεν θα μπορούσε να προβληθεί ως επιχείρημα ότι, οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου (ανωτέρω) αφορούν μόνο στην μείωση συντάξεων και όχι μισθών. Όπως οι συντάξεις, έτσι και οι μισθοί, αποτελούν ιδιοκτησία εν τη εννοία του Άρθρου 23 του Συντάγματος, δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Στέρηση ή περιορισμός του δικαιώματος αυτού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 23.2 του Συντάγματος "δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου". Στους δε, επιτρεπόμενους από το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος περιορισμούς, δεν περιλαμβάνεται ο λόγος που οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως συνταγματικά επιτρεπτή ερμηνεία του προστατευόμενου αγαθού εν τη εννοία του Άρθρου 23.1 του Συντάγματος, όποια ερμηνεία θα επέτρεπε περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας, ο οποίος θα ήταν εκτός του συνταγματικά επιτρεπόμενου και θα εξοβέλιζε τις διατάξεις των Άρθρων 23.2 και 23.3 του Συντάγματος.

 

Συνεπώς, εφόσον διαπιστώνεται, ως προς το πρώτο ζητούμενο, ότι οι περιορισμοί στη μισθοδοσία των αιτητών, στη βάση των προνοιών του επίδικου Νόμου, δεν εμπίπτουν στους ρητά προβλεπόμενους ως επιτρεπόμενους στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος, έπεται ότι και ο επίδικος Νόμος με το επίμαχο άρθρο αυτού (ανωτέρω), ελεγχόμενος για την συνταγματικότητά του, αντίκειται προς το Σύνταγμα, αφού πρόκειται για περιορισμούς που επιβλήθηκαν κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος, χωρίς να απαιτείται όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε εξέταση οποιασδήποτε άλλης πτυχής του θέματος.

 

Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, ο επίδικος Νόμος, ο οποίος επέβαλε περιορισμό στη μισθοδοσία των αιτητών, είναι αντισυνταγματικός, επειδή επέβαλε περιορισμό μη προβλεπόμενο και επιτρεπτό από τα Άρθρα 23.2 και 23.3 του Συντάγματος.

 

Ως εκ τούτου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, ήτοι του Νόμου 168(Ι)/2012 και του Τροποποιητικού Νόμου 31(Ι)/2013, άρθρο 3 αυτού, ακυρώνονται. Παρέλκει δε η εξέταση άλλων ζητημάτων».

 

Στην Υπόθεση Αρ. 611/2012 κ.ά. η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη ως προς τα προδικαστικά ζητήματα και ως προς το ζήτημα της παγοποίησης του τιμαρίθμου και της μη απόδοσης προσαυξήσεων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ως προς το σκεπτικό οι απόψεις της Δικαστού Ε. Μιχαήλ διαφέρουν.

 

Οι προδικαστικές ενστάσεις που είχαν υποβληθεί στην υπόθεση αυτή ήταν παρόμοιες με αυτές που είχαν εγερθεί στην Υπόθεση Αρ. 98/2013 κ.ά. και απορρίφθηκαν ομόφωνα.    

 

Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου (Α. Ευσταθίου – Νικολετοπούλου και Γ. Σεραφείμ) έκρινε ότι ο επίδικος Νόμος, ο οποίος επέβαλε περιορισμό και/ή αποστέρηση στις απολαβές των αιτητών δια της μη παραχώρησης προσαυξήσεων και τιμαριθμικών αυξήσεων, είναι αντισυνταγματικός επειδή επέβαλε περιορισμό και/ή αποστέρηση μη προβλεπόμενη και επιτρεπτή από τα Άρθρα 23.2 και 23.3 του Συντάγματος. Ειδικότερα το Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα: 

 

α. Τόσο η προσαύξηση, όσο και το τιμαριθμικό επίδομα αποτελούν μέρος των ακαθάριστων απολαβών των εργαζομένων και συνιστούν ιδιοκτησία. Η μη παραχώρησή τους για την περίοδο ισχύος του επίμαχου Νόμου, συνιστά αποστέρηση τους για όσο διαρκεί αυτή η περίοδος. Συναφές θέμα εξετάστηκε στη Μαρία Κουτσελίνη Ιωαννίδου κ.ά., υπόθεση αρ. 740/2011 κ.ά., ημερομηνίας 7/10/2014, στην οποία κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η αναστολή στην καταβολή της σύνταξης, δεν ήταν αναστολή υπό την έννοια ότι θα καταβαλλόταν αναδρομικά στους εκεί αιτητές, αλλά ότι έχαναν ουσιαστικά το δικαίωμα τους σε σύνταξη.

 

Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε παρέμβαση στο ιδιοκτησιακό αυτό δικαίωμα προσαύξησης και τιμαριθμικού επιδόματος, δεν μπορεί παρά να ενταχθεί στις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος.

 

β. Ενισχυτικό της θέσης ότι το τιμαριθμικό επίδομα αποτελεί μέρος των απολαβών, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των «Α.Ι. Τάχος - Ι. Λ. Συμεωνίδης "Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα», 2η Έκδοση 2004, Τόμος Α, Σελ. 462", το οποίο, με παραπομπή σε σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατατάσσει την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), ως αντιστάθμισμα απώλειας αγοραστικής δυνάμεως και ως οικονομικό συμπλήρωμα του βασικού μισθού.

 

Στην Υπόθεση Αρ. 1713/2011 κ.ά. η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη ως προς τα προδικαστικά ζητήματα, που ήταν πανομοιότυπα με αυτά που εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν στις προαναφερόμενες υποθέσεις. 

 

Ως προς την εξέταση της ουσίας των υποθέσεων, η κατάληξη δεν ήταν ομόφωνη. Η πλειοψηφία (Δικαστές Α. Ευσταθίου – Νικολετοπούλου και Γ. Σεραφείμ), αποφάνθηκε ότι το άρθρο 4 του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμος του 2012, το οποίο αποτέλεσε τη δικαιοδοτική βάση των επίδικων αποκοπών ήταν αντισυνταγματικό. Ειδικότερα επισήμανε τα ακόλουθα: 

 

α. Στις υπό εξέταση προσφυγές και όπως αναφέρεται στο προοίμιο του Νόμου, κατέστη αναγκαίο όπως περιορισθούν οι δαπάνες του δημοσίου τομέα και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών, επειδή η Δημοκρατία διέρχεται δύσκολη οικονομική περίοδο και προς αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης. Έγινε, δηλαδή, κατ' ουσία επίκληση λόγων δημόσιας ωφέλειας και δημοσίου συμφέροντος, ως λόγων περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας των αιτητών, όπως είναι ο μισθός τους.

 

β. Όπως έχει διευκρινιστεί στην πρόσφατη επί του θέματος απόφαση (πλειοψηφίας) της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό πλήρη σύνθεση στη Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου (ανωτέρω), το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας ή δημοσίου συμφέροντος και παρέχει, έτσι, μεγαλύτερη προστασία από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, αντίθετα, επιτρέπει ένα τέτοιο περιορισμό.

 

γ. Και δεν θα μπορούσε να προβληθεί ως επιχείρημα ότι, οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Μαρία Κουτσελίνη - Ιωαννίδου (ανωτέρω) αφορούν μόνο στη μείωση συντάξεων και όχι μισθών. Όπως οι συντάξεις, έτσι και οι μισθοί, αποτελούν ιδιοκτησία εν τη εννοία του Άρθρου 23 του Συντάγματος, δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Στέρηση ή περιορισμός του δικαιώματος αυτού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 23.2 του Συντάγματος "δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου". Στους δε, επιτρεπόμενους από το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος περιορισμούς, δεν περιλαμβάνεται ο λόγος που οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως συνταγματικά επιτρεπτή ερμηνεία του προστατευόμενου αγαθού εν τη εννοία του Άρθρου 23.1 του Συντάγματος, όποια ερμηνεία θα επέτρεπε περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας, ο οποίος θα ήταν εκτός του συνταγματικά επιτρεπόμενου και θα εξοβέλιζε τις διατάξεις των Άρθρων 23.2 και 23.3 του Συντάγματος.

 

δ. Συνεπώς, εφόσον διαπιστώνεται, ως προς το πρώτο ζητούμενο, ότι οι περιορισμοί στη μισθοδοσία των αιτητών, στη βάση των προνοιών του επίδικου Νόμου, δεν εμπίπτουν στους ρητά προβλεπόμενους ως επιτρεπόμενους στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος, έπεται ότι και ο επίδικος Νόμος με το επίμαχο άρθρο αυτού (ανωτέρω), ελεγχόμενος για την συνταγματικότητά του, αντίκειται προς το Σύνταγμα, αφού πρόκειται για περιορισμούς που επιβλήθηκαν κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος, χωρίς να απαιτείται όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε εξέταση οποιασδήποτε άλλης πτυχής του θέματος.

 

ε. Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, ο επίδικος Νόμος, ο οποίος επέβαλε περιορισμό στη μισθοδοσία των αιτητών, είναι αντισυνταγματικός, επειδή επέβαλε περιορισμό μη προβλεπόμενο και επιτρεπτό από τα Άρθρα 23.2 και 23.3 του Συντάγματος.

 

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η Νομική Υπηρεσία θα εφεσιβάλει τις υπό αναφορά ακυρωτικές αποφάσεις και παράλληλα θα ζητήσει από το Διοικητικό Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος αναστολής των υπό αναφορά αποφάσεων.

 

Ανάλογα δικαστικά μέτρα λήφθηκαν και σε σχέση με τις ακυρωτικές αποφάσεις για τις περικοπές στις συντάξεις και τη μείωση του εφάπαξ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση για το αίτημα αναστολής της ακυρωτικής απόφασης για τη μείωση των συντάξεων επιφυλάχθηκε από τις 08.02.2019. Αξίζει να σημειωθεί περαιτέρω ότι στην απόφαση για το εφάπαξ το Δικαστήριο απεδέχθη τις εισηγήσεις των συνηγόρων μας ότι με την επίδικη νομοθεσία παραβιάστηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και αποβλέπει να διασφαλίσει τον πολίτη από την απρόβλεπτη μεταβολή καταστάσεων και εννόμων σχέσεων, που διέπει το κοινοτικό δίκαιο. Κατά δε τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή αυτή συνιστά «υπέρτερο κανόνα δικαίου».

 

Τελικά έστω και καθυστερημένα οι θέσεις μας δικαιώθηκαν. Όμως δυστυχώς, και το τονίζω αυτό, διαβάζουμε και ακούμε δημόσιες και απαξιωτικές τοποθετήσεις, όπως «ότι θα στηθούν μπλόκα για εξουδετέρωση της απόφασης του δικαστηρίου», «θα τροποποιηθεί το περιβόητο άρθρο 23 του Συντάγματος» και άλλα πολλά που δεν αρμόζει να λέγονται αλλά ούτε και να ακούονται σε μια ευρωπαϊκή χώρα.

 

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο εκφραστικό μας όργανο κάτω από το χαρακτηριστικό τίτλο «Οι ακυρωτικές αποφάσεις για τις περικοπές στις συντάξεις και το εφάπαξ δεν ήταν ‘κεραυνός εν αιθρία’» τονίσαμε ότι κατά τη συζήτηση των μέτρων ενημερώθηκε τόσο η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού όσο και πολιτικά κόμματα ότι σύμφωνα με γνωμάτευση του κ. Αλέκου Μαρκίδη, ημερομηνίας 12.08.2011, «δεν μπορεί να επιβληθεί διά νόμου περιορισμός περιουσιακών δικαιωμάτων για λόγους δημοσίου συμφέροντος, καθότι ένας τέτοιος νόμος θα είναι αντισυνταγματικός ως προσκρούων στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος».

 

Την ίδια νομική θέση διατύπωσε και ο τότε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ. Πέτρος Κληρίδης ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, όπως φαίνεται στη σχετική Έκθεση της Επιτροπής ημερ. 26.08.2011.

 

Η Οργάνωσή μας αναγνωρίζοντας ότι το 2011 και 2012 υφίστατο επιτακτικό δημόσιο συμφέρον που δικαιολογούσε απόλυτα τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής (τραπεζικής) κρίσης και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις υπό αναφορά γνωματεύσεις εισηγήθηκε τη λήψη γενικών μέτρων στη βάση της αρχής της ισότητας και της αρχής της αναλογικότητας. Μάλιστα παραπέμπαμε στα νομοθετήματα που ψηφίστηκαν το 1974 για την αντιμετώπιση των συνεπειών της τούρκικης εισβολής. Και είναι αξιοσημείωτο ότι με τη θέση αυτή συμφωνούσε τότε και η ΟΕΒ.

 

Υπενθυμίζω ότι τότε με δύο νομοθετήματα επιβλήθηκε προσωρινή κλιμακωτή μείωση της αμοιβής για αξίωμα ή μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό της υπό αναφορά μείωσης κατατίθετο στο Ταμείο Ανακουφίσεως Εκτοπισθέντων και Παθόντων. Με τα ίδια νομοθετήματα προστατεύτηκαν οι θέσεις εργασίας και οι μισθοί. Με τρίτο νομοθέτημα και για τον ίδιο σκοπό καθιερώθηκε κλιμακωτή εισφορά επί εισοδήματος από οποιανδήποτε πηγή εκτός της αμοιβής για αξίωμα ή μισθωτή υπηρεσία. 

 

Αγνοήθηκαν οι υπό αναφορά γνωματεύσεις, όπως αγνοήθηκαν και οι θέσεις/εισηγήσεις της Οργάνωσής μας. Παράλληλα δημιουργήθηκε το κατάλληλο κλίμα για λήψη μέτρων κατά των εργαζομένων και συνταξιούχων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κατά συνέπεια οι ακυρωτικές αποφάσεις έπρεπε να ήταν αναμενόμενες.

 

Να θυμίσω επίσης ότι παρά την αντίθεσή μας στα αντεργατικά μέτρα που λήφθηκαν το 2011 και 2012, από μέρους μας υπήρξε αντίδραση, αποκλειστικά και μόνο, για τη συνταγματική εκτροπή. Συνειδητά, με υπευθυνότητα και με έγνοια για το μέλλον του τόπου αποφύγαμε τις όποιες κινητοποιήσεις και δυναμικές αντιδράσεις και περιοριστήκαμε στην καταχώρηση προσφυγών ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλώνοντας εξ υπαρχής ότι θα σεβαστούμε την όποια ετυμηγορία του δικαστηρίου. 

 

Μετά από επτά χρόνια δικαιώθηκαν οι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αντί να αναγνωριστεί το γεγονός ότι με παράνομο τρόπο για επτά χρόνια οι μεν εν ενεργεία υπάλληλοι αποστερούνται σημαντικού μέρους των απολαβών τους και στερούνται των δικαιουμένων προσαυξήσεων και του τιμαριθμικού επιδόματος, οι δε συνταξιούχοι αποστερούνται σημαντικού μέρους της σύνταξής τους, επιζητείται η συνέχιση της παρανομίας αντί της λήψης σύννομων μέτρων για την αντιμετώπιση των οποιωνδήποτε δημοσιονομικών κινδύνων. Πρόσθετα διαβάζουμε και ακούμε δημόσιες και απαξιωτικές τοποθετήσεις, όπως «ότι θα στηθούν μπλόκα για εξουδετέρωση της απόφασης του δικαστηρίου», «θα τροποποιηθεί το περιβόητο άρθρο 23 του Συντάγματος» και άλλα πολλά που δεν αρμόζει να λέγονται αλλά ούτε και να ακούονται σε μια ευρωπαϊκή χώρα.

 

(Γλ. Χατζηπέτρου)
Γεν. Γραμματέας